Χρειάστηκα ξεκούραση... Αληθινή όμως, όχι μουσαντέ...
Ανάταση, σιωπή κι αληθινά τοπία, όχι ψευδαισθήσεις...
Φτάνει μ' αυτές, αρκετά!
Σήμερα το λιμάνι μου ήταν αδειανό κι ο ουρανός μου βαρύς...

-"Πάμε να τα πούμε κάπου πιο μακριά;" σε ρώτησα...
Με κοίταξες με λαχτάρα, ξέρω πως το 'θελες κι εσύ...
Μου έγνεψες καταφατικά μ' ένα κρυφό χαμόγελο...
-"Θέλω πολύ να μείνουμε μόνοι, να σου μιλήσω..."
Διαδρομή γεμάτη απ' αυτές τις μελωδίες που μας ταξιδεύουν...
Γύριζα το κεφάλι και σε κοιτούσα δίπλα μου...
Σε θωρούσα να 'χεις αφεθεί στη γαλήνη σου...

"Πόσο πολύ σ' αγαπάω να 'ξερες" σκέφτηκα
κι άναψα ένα τσιγάρο...
Δε βιαζόμουν, όσο πλησίαζα στο απάγκιο μας,
ερχόσουν όλο και πιο κοντά μου...
Με συνεπήρε η μεθυστική σου ανάσα,
με μάγεψε αυτό σου τ' αεράκι στο λαιμό μου...
Πλησίασα βουβά κοντά σου, κάθισα δίπλα σου.

Πόσο μου 'χεις λείψει να 'ξερες...
Ήμασταν πάλι μόνοι όπως εκείνες τις καλοκαιρινές νύχτες
που 'φευγα ξημέρωμα απ' την αγκαλιά σου...

Οι ξενερισμένες βάρκες και τα θαλασσόξυλα μας χαμογελούσαν,
το γκρίζο τ' ουρανού είχε μια παράξενη θαλπωρή
κι ο ζεστός καφές έδινε μια πρωτόγνωρη ανάταση στις αισθήσεις...

Είχα αφεθεί, η ματιά χανόταν στο βαθύ σου μπλε
και σαν υπνωτισμένος δεν ακολουθούσα το χρόνο
που εξακολουθούσε να περνά...
Θυμάσαι; Έτσι δε γινόταν πάντα;
Ο χρόνος σταματούσε πάντα όταν ανταμώναμε,
εγκλωβιζόταν λες μες την αγκαλιά μας...
Μπορεί να σκούριασαν οι ράγες μου,
μα ξέρω ν' αρχίσω πάλι να τρέχω μπροστά...
Το κορμί μου ίσως να χτυπήθηκε απ' το κύμα
και την αρμύρα σου, μα τώρα έμαθα καλά να πλέω...

...Ν' αποφεύγω ξέρες και ύφαλους, κουφάρια ξένα,
ναυάγια μιας ρηχής ζωής γεμάτης ματαιότητα και ψέμα...
Μιας ζωής που μ' έχει ποτίσει μ' αλμυρό νερό,
μ' έχει κάνει σκληρό σα βράχο και μου 'χει δώσει
μια ψυχή που πεισμώνει και δε φοβάται το βοριά...
Ανάταση, σιωπή κι αληθινά τοπία, όχι ψευδαισθήσεις...
Φτάνει μ' αυτές, αρκετά!
Σήμερα το λιμάνι μου ήταν αδειανό κι ο ουρανός μου βαρύς...

-"Πάμε να τα πούμε κάπου πιο μακριά;" σε ρώτησα...
Με κοίταξες με λαχτάρα, ξέρω πως το 'θελες κι εσύ...
Μου έγνεψες καταφατικά μ' ένα κρυφό χαμόγελο...
-"Θέλω πολύ να μείνουμε μόνοι, να σου μιλήσω..."
Διαδρομή γεμάτη απ' αυτές τις μελωδίες που μας ταξιδεύουν...
Γύριζα το κεφάλι και σε κοιτούσα δίπλα μου...
Σε θωρούσα να 'χεις αφεθεί στη γαλήνη σου...

"Πόσο πολύ σ' αγαπάω να 'ξερες" σκέφτηκα
κι άναψα ένα τσιγάρο...
Δε βιαζόμουν, όσο πλησίαζα στο απάγκιο μας,
ερχόσουν όλο και πιο κοντά μου...
Με συνεπήρε η μεθυστική σου ανάσα,
με μάγεψε αυτό σου τ' αεράκι στο λαιμό μου...
Πλησίασα βουβά κοντά σου, κάθισα δίπλα σου.

Πόσο μου 'χεις λείψει να 'ξερες...
Ήμασταν πάλι μόνοι όπως εκείνες τις καλοκαιρινές νύχτες
που 'φευγα ξημέρωμα απ' την αγκαλιά σου...

Οι ξενερισμένες βάρκες και τα θαλασσόξυλα μας χαμογελούσαν,
το γκρίζο τ' ουρανού είχε μια παράξενη θαλπωρή
κι ο ζεστός καφές έδινε μια πρωτόγνωρη ανάταση στις αισθήσεις...

Είχα αφεθεί, η ματιά χανόταν στο βαθύ σου μπλε
και σαν υπνωτισμένος δεν ακολουθούσα το χρόνο
που εξακολουθούσε να περνά...
Θυμάσαι; Έτσι δε γινόταν πάντα;
Ο χρόνος σταματούσε πάντα όταν ανταμώναμε,
εγκλωβιζόταν λες μες την αγκαλιά μας...
Μπορεί να σκούριασαν οι ράγες μου,
μα ξέρω ν' αρχίσω πάλι να τρέχω μπροστά...
Το κορμί μου ίσως να χτυπήθηκε απ' το κύμα
και την αρμύρα σου, μα τώρα έμαθα καλά να πλέω...

...Ν' αποφεύγω ξέρες και ύφαλους, κουφάρια ξένα,
ναυάγια μιας ρηχής ζωής γεμάτης ματαιότητα και ψέμα...
Μιας ζωής που μ' έχει ποτίσει μ' αλμυρό νερό,
μ' έχει κάνει σκληρό σα βράχο και μου 'χει δώσει
μια ψυχή που πεισμώνει και δε φοβάται το βοριά...




